detract
det
ˈdɪt
ντιτ
ract
rækt
ραικτ
/dɪtɹˈækt/

Ορισμός και σημασία του "detract"στα αγγλικά

to detract
01

μειώνω την αξία, υποβαθμίζω

to lessen the value or quality of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detract
γ΄ ενικό πρόσωπο
detracts
ενεστώτα μετοχή
detracting
απλός αόριστος
detracted
παθητική μετοχή
detracted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store