Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to detract
01
μειώνω την αξία, υποβαθμίζω
to lessen the value or quality of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detract
γ΄ ενικό πρόσωπο
detracts
ενεστώτα μετοχή
detracting
απλός αόριστος
detracted
παθητική μετοχή
detracted



























