detox
de
ˈdi
ντι
tox
ˌtɑks
τακσ
/diːtˈɒks/

Ορισμός και σημασία του "detox"στα αγγλικά

01

αποτοξίνωση, κέντρο αποτοξίνωσης

a hospital area or clinic specifically designed to treat individuals who are undergoing detoxification from drugs, alcohol, or other substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detoxes
Παραδείγματα
They transferred him from the emergency room to the detox for further care.
Τον μετέφεραν από το τμήμα επειγόντων περιστατικών στο αποτοξίνωση για περαιτέρω φροντίδα.
02

αποτοξίνωση, detox

the process of removing toxic substances from the body
to detox
01

αποτοξινώνω, κάνω ντετόξ

to undergo a process to remove toxins, typically associated with substances like drugs or alcohol, from the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detox
γ΄ ενικό πρόσωπο
detoxes
ενεστώτα μετοχή
detoxing
απλός αόριστος
detoxed
παθητική μετοχή
detoxed
Παραδείγματα
The herbal tea is believed to help detox the liver and improve digestion.
Πιστεύεται ότι το τσάι βοτάνων βοηθά στην αποτοξίνωση του συκώτου και στη βελτίωση της πέψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store