Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detox
01
αποτοξίνωση, κέντρο αποτοξίνωσης
a hospital area or clinic specifically designed to treat individuals who are undergoing detoxification from drugs, alcohol, or other substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detoxes
Παραδείγματα
After struggling with addiction, she spent two weeks in detox to safely withdraw.
Μετά από μια πάλη με τον εθισμό, πέρασε δύο εβδομάδες σε αποτοξίνωση για να αποσυρθεί με ασφάλεια.
02
αποτοξίνωση, detox
the process of removing toxic substances from the body
to detox
01
αποτοξινώνω, κάνω ντετόξ
to undergo a process to remove toxins, typically associated with substances like drugs or alcohol, from the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detox
γ΄ ενικό πρόσωπο
detoxes
ενεστώτα μετοχή
detoxing
απλός αόριστος
detoxed
παθητική μετοχή
detoxed
Παραδείγματα
After years of smoking, she decided to detox her body from nicotine.
Μετά από χρόνια καπνίσματος, αποφάσισε να αποτοξινώσει το σώμα της από τη νικοτίνη.
Λεξικό Δέντρο
detoxify
detox



























