Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to destroy
01
καταστρέφω, εξολοθρεύω
to cause damage to something in a way that it no longer exists, works, etc.
Transitive: to destroy sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
destroy
γ΄ ενικό πρόσωπο
destroys
ενεστώτα μετοχή
destroying
απλός αόριστος
destroyed
παθητική μετοχή
destroyed
Παραδείγματα
Environmental pollution often destroys delicate ecosystems and harms wildlife.
Η περιβαλλοντική ρύπανση συχνά καταστρέφει ευαίσθητα οικοσυστήματα και βλάπτει την άγρια ζωή.
02
καταστρέφω, εξολοθρεύω
to cause someone severe emotional or spiritual harm
Transitive: to destroy sb
Παραδείγματα
Her betrayal destroyed him, leaving him unable to trust anyone again.
Η προδοσία της τον κατέστρεψε, αφήνοντάς τον ανίκανο να εμπιστευτεί ξανά κάποιον.
03
καταστρέφω, εξολοθρεύω
to completely defeat or overpower someone
Transitive: to destroy an opponent
Παραδείγματα
The champion boxer destroyed his opponent in the first round.
Ο πυγμάθος πρωταθλητής κατέστρεψε τον αντίπαλό του στον πρώτο γύρο.
04
ευθανασία, καταστρέφω από οίκτο
to end the life of an animal in a way intended to minimize suffering
Transitive: to destroy an animal
Παραδείγματα
The vet had to destroy the horse after its injury proved untreatable.
Ο κτηνίατρος έπρεπε να καταστρέψει το άλογο αφού ο τραυματισμός του αποδείχθηκε ανίατος.
Λεξικό Δέντρο
destroyable
destroyed
destroyer
destroy



























