Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destined
01
προορισμένος, καθορισμένος
certain to happen, especially in a way that seems controlled by fate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It seemed destined that they would meet again.
Φαινόταν καθωρισμένο ότι θα συναντιόντουσαν ξανά.
02
προορισμένος, κατευθυνόμενος
headed in a certain direction
Παραδείγματα
The train is destined for Chicago.
Το τρένο είναι προορισμένο για το Σικάγο.
Λεξικό Δέντρο
destined
destine



























