destined
Pronunciation
/ˈdɛstɪnd/

Ορισμός και σημασία του "destined"στα αγγλικά

01

προορισμένος, καθορισμένος

certain to happen, especially in a way that seems controlled by fate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project was destined to succeed with all the hard work put in.
Το έργο ήταν καθορισμένο να πετύχει με όλη τη σκληρή δουλειά που τελέστηκε.
02

προορισμένος, κατευθυνόμενος

headed in a certain direction
Παραδείγματα
The letters are destined to reach the post office today.
Τα γράμματα είναι προορισμένα να φτάσουν στο ταχυδρομείο σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store