destined
des
ˈdɛs
des
tined
tɪnd
tind
designed

Ορισμός και σημασία του "destined"στα αγγλικά

01

προορισμένος, καθορισμένος

certain to happen, especially in a way that seems controlled by fate 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It seemed destined that they would meet again. 

Φαινόταν καθωρισμένο ότι θα συναντιόντουσαν ξανά.

02

προορισμένος, κατευθυνόμενος

headed in a certain direction 
Παραδείγματα
The train is destined for Chicago. 

Το τρένο είναι προορισμένο για το Σικάγο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store