Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to destabilize
01
αποσταθεροποιώ, ταράσσω
to make something uncertain by introducing changes that disrupt its stability
Transitive: to destabilize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
destabilize
γ΄ ενικό πρόσωπο
destabilizes
ενεστώτα μετοχή
destabilizing
απλός αόριστος
destabilized
παθητική μετοχή
destabilized
Παραδείγματα
Personal conflicts within a team can destabilize its cohesion.
Οι προσωπικές συγκρούσεις μέσα σε μια ομάδα μπορούν να αποσταθεροποιήσουν την συνοχή της.
02
αποσταθεροποιώ, χάνω την ισορροπία
to lose stability or balance
Intransitive
Παραδείγματα
The structure began to destabilize as the foundation eroded over time.
Η δομή άρχισε να χάνει τη σταθερότητά της καθώς η βάση διαβρώνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
destabilize
stabilize
stabile



























