Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to despise
01
περιφρονώ, μισώ
to hate and have no respect for something or someone
Transitive: to despise sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
despise
γ΄ ενικό πρόσωπο
despises
ενεστώτα μετοχή
despising
απλός αόριστος
despised
παθητική μετοχή
despised
Παραδείγματα
She despises bullies and stands up for those who are being mistreated.
Αυτή περιφρονεί τους νταήδες και υπερασπίζεται όσους κακοποιούνται.
Λεξικό Δέντρο
despised
despising
despise



























