Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despicable
01
μίζερος, άθλιος
deserving disapproval and condemnation due to being extremely wicked or evil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most despicable
συγκριτικός βαθμός
more despicable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The despicable exploitation of workers by the unethical company sparked protests and boycotts.
Η μιαρή εκμετάλλευση των εργαζομένων από την ανήθικη εταιρεία προκάλεσε διαμαρτυρίες και μποϊκοτάζ.
Λεξικό Δέντρο
despicability
despicableness
despicably
despicable



























