Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deserve
01
αξίζω, έχω δικαίωμα σε
to do a particular thing or have the qualities needed for being punished or rewarded
Transitive: to deserve a reward or punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deserve
γ΄ ενικό πρόσωπο
deserves
ενεστώτα μετοχή
deserving
απλός αόριστος
deserved
παθητική μετοχή
deserved
Παραδείγματα
Despite facing challenges, the dedicated student deserved the scholarship for academic excellence.
Παρά τις προκλήσεις, ο αφοσιωμένος φοιτητής άξιζε τη υποτροφία για ακαδημαϊκή αριστεία.
Λεξικό Δέντρο
deserved
deserving
deserve



























