Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deserve
01
αξίζω, έχω δικαίωμα σε
to do a particular thing or have the qualities needed for being punished or rewarded
Transitive: to deserve a reward or punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deserve
γ΄ ενικό πρόσωπο
deserves
ενεστώτα μετοχή
deserving
απλός αόριστος
deserved
παθητική μετοχή
deserved
Παραδείγματα
After completing the project ahead of schedule, she deserved the recognition and praise from her team.
Αφού ολοκλήρωσε το έργο πριν από το χρονοδιάγραμμα, άξιζε την αναγνώριση και τους επαίνους από την ομάδα της.
Λεξικό Δέντρο
deserved
deserving
deserve



























