Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alien
01
ξένος, εξωγήινος
a person who is foreign or not native to a particular country or environment
Dialect
British
Παραδείγματα
The alien felt isolated, as the local people had a hard time understanding his cultural background.
Ο ξένος αισθάνθηκε απομονωμένος, καθώς οι ντόπιοι δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν το πολιτιστικό του υπόβαθρο.
02
εξωγήινος, αλλοδαπός
a creature that is believed to exist in other worlds or planets
Παραδείγματα
The alien landed in the field, its long limbs and glowing eyes striking terror in the onlookers.
Ο εξωγήινος προσγειώθηκε στο χωράφι, τα μακριά του άκρα και τα λαμπερά μάτια του προκαλούσαν τρόμο στους θεατές.
alien
01
ξένος, εξωτικός
belonging to or originating from a place or culture different from one’s own, often unfamiliar or strange
Παραδείγματα
The team had to adapt to the alien environment during their mission abroad.
Η ομάδα έπρεπε να προσαρμοστεί στο ξένο περιβάλλον κατά τη διάρκεια της αποστολής τους στο εξωτερικό.
Παραδείγματα
The alien insects brought from another continent caused damage to the crops.
Τα ξένα έντομα που μεταφέρθηκαν από μια άλλη ήπειρο προκάλεσαν ζημιές στις καλλιέργειες.
Παραδείγματα
The concept of privacy invasion was alien to the cultural norms of that community.
Η έννοια της παραβίασης της ιδιωτικής ζωής ήταν ξένη με τα πολιτιστικά πρότυπα εκείνης της κοινότητας.
Παραδείγματα
People have long speculated about the possibility of alien life and their potential visitations.
Οι άνθρωποι εικάζουν εδώ και πολύ καιρό για τη δυνατότητα εξωγήινης ζωής και τις πιθανές επισκέψεις τους.
Λεξικό Δέντρο
alienable
alienage
alienism
alien



























