Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alien
01
ξένος, εξωγήινος
a person who is foreign or not native to a particular country or environment
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aliens
Παραδείγματα
The alien struggled to adjust to the new country's customs and language.
Ο ξένος δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στα έθιμα και τη γλώσσα της νέας χώρας.
02
εξωγήινος, αλλοδαπός
a creature that is believed to exist in other worlds or planets
Παραδείγματα
The idea of aliens visiting Earth has been a topic of debate and speculation, with various reports and sightings fueling conspiracy theories.
Η ιδέα ότι εξωγήινοι επισκέπτονται τη Γη έχει γίνει θέμα συζήτησης και εικασιών, με διάφορες αναφορές και παρατηρήσεις να τροφοδοτούν θεωρίες συνωμοσίας.
alien
01
ξένος, εξωτικός
belonging to or originating from a place or culture different from one’s own, often unfamiliar or strange
Παραδείγματα
The alien landscape seemed otherworldly to the explorers.
Το ξένο τοπίο φαινόταν εξωγήινο στους εξερευνητές.
Παραδείγματα
The alien species of fish threatened the local aquatic life, outcompeting native fish for resources.
Το ξένο είδος ψαριού απείλησε την τοπική υδρόβια ζωή, ξεπερνώντας τα ιθαγενή ψάρια για τους πόρους.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alien
συγκριτικός βαθμός
more alien
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The proposal felt alien to the company’s values, focusing on short-term gains.
Η πρόταση φαινόταν ξένη στις αξίες της εταιρείας, εστιάζοντας σε βραχυπρόθεσμα κέρδη.
Παραδείγματα
The film depicted alien beings visiting Earth, sparking debates about the existence of extraterrestrial life.
Η ταινία απεικόνιζε εξωγήινες οντότητες που επισκέπτονταν τη Γη, πυροδοτώντας συζητήσεις για την ύπαρξη εξωγήινης ζωής.
Λεξικό Δέντρο
alienable
alienage
alienism
alien



























