Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derogatory
01
υποτιμητικός, περιφρονητικός
expressing a belittling and critical attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most derogatory
συγκριτικός βαθμός
more derogatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach was suspended for making derogatory statements toward the referee.
Ο προπονητής αποκλείστηκε για υποτιμητικές δηλώσεις προς τον διαιτητή.
Λεξικό Δέντρο
derogatory
derogate
derog



























