derangement
de
ντι
ran
ˈreɪn
ρειν
gement
ʤmənt
τζμαντ
/dɪɹˈe‍ɪnd‍ʒmənt/

Ορισμός και σημασία του "derangement"στα αγγλικά

01

διαταραχή, ψυχική διαταραχή

a serious disturbance in mental or physical function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
derangements
Παραδείγματα
The crash resulted in the derangement of the machine's inner parts.
Η σύγκρουση οδήγησε στη διαταραχή των εσωτερικών μερών του μηχανήματος.
02

αναστάτωση, διανοητική διαταραχή

a state of mental disturbance and disorientation
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store