Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Derangement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
derangements
Παραδείγματα
The crash resulted in the derangement of the machine's inner parts.
Η σύγκρουση οδήγησε στη διαταραχή των εσωτερικών μερών του μηχανήματος.
02
αναστάτωση, διανοητική διαταραχή
a state of mental disturbance and disorientation
Λεξικό Δέντρο
derangement
derange



























