Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deprecate
01
υποτιμώ, περιφρονώ
to treat something or someone as if they are unimportant or worthless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deprecate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deprecates
ενεστώτα μετοχή
deprecating
απλός αόριστος
deprecated
παθητική μετοχή
deprecated
Παραδείγματα
The teacher deprecated careless answers.
Ο δάσκαλος απαξίωνε τις απρόσεκτες απαντήσεις.
02
καταδικάζω, αποδοκιμάζω
to not support and be against something or someone
Παραδείγματα
The mayor deprecated the use of violence as a means of protest, urging citizens to seek peaceful alternatives.
Ο δήμαρχος καταδίκασε τη χρήση βίας ως μέσο διαμαρτυρίας, προτρέποντας τους πολίτες να αναζητήσουν ειρηνικές εναλλακτικές λύσεις.
Λεξικό Δέντρο
deprecating
deprecation
depreciate
deprecate
deprec



























