Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deprecate
01
υποτιμώ, περιφρονώ
to treat something or someone as if they are unimportant or worthless
Παραδείγματα
She deprecated his attempts at poetry.
Αυτή περιφρόνησε τις προσπάθειές του στην ποίηση.
02
καταδικάζω, αποδοκιμάζω
to not support and be against something or someone
Παραδείγματα
The community leaders deprecated the rise of hate speech and discrimination, calling for unity and tolerance instead.
Οι ηγέτες της κοινότητας καταδίκασαν την άνοδο του μίσους και των διακρίσεων, ζητώντας αντί για αυτό ενότητα και ανοχή.
Λεξικό Δέντρο
deprecating
deprecation
depreciate
deprecate
deprec



























