depravity
dep
ˈdɪp
dip
ra
vi
vi
ty
ti
ti
cavity

Ορισμός και σημασία του "depravity"στα αγγλικά

01

διαφθορά, εκφυλισμός

the quality of being immoral 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

διαφθορά, κακία

an evil or wicked action 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store