Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depravity
01
διαφθορά, εκφυλισμός
the quality of being immoral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
διαφθορά, κακία
an evil or wicked action
LanGeek



























