to deprave
Pronunciation
/diˈpɹeɪv/

Ορισμός και σημασία του "deprave"στα αγγλικά

to deprave
01

διαφθείρω, εκφυλίζω

to influence someone to behave immorally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deprave
γ΄ ενικό πρόσωπο
depraves
ενεστώτα μετοχή
depraving
απλός αόριστος
depraved
παθητική μετοχή
depraved
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store