Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deprave
01
διαφθείρω, εκφυλίζω
to influence someone to behave immorally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deprave
γ΄ ενικό πρόσωπο
depraves
ενεστώτα μετοχή
depraving
απλός αόριστος
depraved
παθητική μετοχή
depraved
Λεξικό Δέντρο
depraved
deprave



























