Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depilatory
01
αποτριχωτικό, προϊόν αποτρίχωσης
a substance applied to the skin in order to remove unwanted hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depilatories
02
αποτριχωτικό, προϊόν αποτρίχωσης
a chemical (usually a sulfide) used to remove hair or wool or bristles from hides
depilatory
01
αποτριχωτικός, επιλατός
used for the removal of undesired body hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
depilatory
depil



























