depilatory
de
ντι
pi
ˈpɪ
πι
la
λα
to
ˌtɔ
το
ry
ri
ρι
/dɪpˈɪlətəɹˌi/

Ορισμός και σημασία του "depilatory"στα αγγλικά

01

αποτριχωτικό, προϊόν αποτρίχωσης

a substance applied to the skin in order to remove unwanted hair
depilatory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depilatories
02

αποτριχωτικό, προϊόν αποτρίχωσης

a chemical (usually a sulfide) used to remove hair or wool or bristles from hides
depilatory
01

αποτριχωτικός, επιλατός

used for the removal of undesired body hair
depilatory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store