Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dependence
01
εξάρτηση
the condition of needing a substance, like drugs or alcohol, to function normally
Παραδείγματα
She is in treatment for alcohol dependence.
Βρίσκεται σε θεραπεία για εξάρτηση από το αλκοόλ.
02
εξάρτηση, υποταγή
the condition of needing someone or something for support, aid, or survival
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His dependence on his parents for financial support lasted well into his twenties.
Η εξάρτησή του από τους γονείς του για οικονομική υποστήριξη διήρκεσε μέχρι τα είκοσι του.
Λεξικό Δέντρο
dependency
independence
dependence
depend



























