Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deodorize
01
αποοσμίζω, ουδετεροποιώ τις οσμές
to remove or neutralize unpleasant smells from something
Transitive: to deodorize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deodorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
deodorizes
ενεστώτα μετοχή
deodorizing
απλός αόριστος
deodorized
παθητική μετοχή
deodorized
Παραδείγματα
She deodorizes her shoes with baking soda to keep them smelling fresh.
Αποοσμίζει τα παπούτσια της με μαγειρική σόδα για να τα κρατάει με φρέσκια μυρωδιά.
Λεξικό Δέντρο
deodorize
odorize
odor



























