Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to denude
01
γυμνώνω, απογυμνώνω
to make something naked, often by removing covering, vegetation, or natural elements
Transitive: to denude sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
denude
γ΄ ενικό πρόσωπο
denudes
ενεστώτα μετοχή
denuding
απλός αόριστος
denuded
παθητική μετοχή
denuded
Παραδείγματα
The hurricane 's strong winds had the power to denude coastal areas, removing sand and vegetation.
Οι δυνατοί άνεμοι του τυφώνα είχαν τη δύναμη να γδύνουν τις παράκτιες περιοχές, αφαιρώντας την άμμο και τη βλάστηση.
Λεξικό Δέντρο
denudate
denuded
denude



























