dented
Pronunciation
/ˈdɛntɪd/

Ορισμός και σημασία του "dented"στα αγγλικά

01

σκαθαρισμένος, βαθουλωμένος

having a small hollow or mark on a surface, typically caused by impact or pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dented
συγκριτικός βαθμός
more dented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The box had a dented corner from being handled roughly during shipping.
Το κουτί είχε μια σκασμένη γωνία λόγω χειρισμού κατά τη μεταφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store