dentifrice
Pronunciation
/dˈɛntɪfɹɪs/

Ορισμός και σημασία του "dentifrice"στα αγγλικά

01

οδοντόκρεμα

a substance used for cleaning and maintaining oral hygiene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dentifrices
Παραδείγματα
Regular use of dentifrice, along with flossing and routine dental check-ups, is essential for maintaining a healthy smile.
Η τακτική χρήση οδοντόκρεμας, μαζί με τη χρήση νήματος και τις τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση ενός υγιούς χαμόγελου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store