denseness
den
ˈdɛn
den
seness
snəs
snēs
tensenessimmenseness

Ορισμός και σημασία του "denseness"στα αγγλικά

01

πυκνότητα, συγκέντρωση

the amount per unit size 
denseness definition and meaning
02

διανοητική βραδύτητα, διανοητική πυκνότητα

the quality of being mentally slow and limited 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
densenesses
03

πυκνότητα, συμπίεση

the spatial property of being crowded together 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store