Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to denote
01
δηλώνω, υποδηλώνω
to indicate or make something known
Transitive: to denote an underlying attitude or emotion
Παραδείγματα
A sudden change in behavior can denote underlying emotional distress that may not be immediately apparent.
Μια ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά μπορεί να δηλώνει υποκείμενη συναισθηματική δυσφορία που μπορεί να μην είναι αμέσως εμφανής.
02
δηλώνω, υποδηλώνω
to mark or be a sign of an entity or a concept
Transitive: to denote sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
denote
γ΄ ενικό πρόσωπο
denotes
ενεστώτα μετοχή
denoting
απλός αόριστος
denoted
παθητική μετοχή
denoted
Παραδείγματα
The asterisk (*) in the document denotes a footnote with additional information or clarification on the topic.
Ο αστερίσκος (*) στο έγγραφο δηλώνει μια υποσημείωση με πρόσθετες πληροφορίες ή διευκρινίσεις για το θέμα.
03
δηλώνω, εννοώ
to indicate something's meaning or what it is referring to
Transitive: to denote a concept or idea
Παραδείγματα
The color blue in the painting is carefully chosen to denote a sense of tranquility and calmness.
Το μπλε χρώμα στη ζωγραφική επιλέγεται προσεκτικά για να δηλώσει μια αίσθηση ηρεμίας και ησυχίας.
Λεξικό Δέντρο
denotative
denotive
denote
note



























