Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demote
01
υποβιβάζω, κατατάσσω σε κατώτερη θέση
to lower the rank or position of someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demote
γ΄ ενικό πρόσωπο
demotes
ενεστώτα μετοχή
demoting
απλός αόριστος
demoted
παθητική μετοχή
demoted
Παραδείγματα
She was demoted from manager to supervisor due to the ongoing issues in the department.
Υποβιβάστηκε από διευθυντής σε επόπτη λόγω των συνεχιζόμενων θεμάτων στο τμήμα.



























