demonic
de
dɪ
ντι
mo
ˈmɒ
μο
nic
nɪk
νικ
demoticdemoniac

Ορισμός και σημασία του "demonic"στα αγγλικά

01

δαιμονικός, διαβολικός

excessively cruel or evil 
demonic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demonic
συγκριτικός βαθμός
more demonic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, supernatural
Παραδείγματα
His demonic grin revealed his sinister intentions. 

Το δαιμονικό του χαμόγελο αποκάλυψε τις διαβολικές του προθέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

demonic
demon
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store