Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demonic
01
δαιμονικός, διαβολικός
excessively cruel or evil
Παραδείγματα
Her demonic rage knew no bounds as she sought vengeance against her enemies.
Η δαιμονική οργή της δεν γνώριζε όρια καθώς αναζητούσε εκδίκηση εναντίον των εχθρών της.
Λεξικό Δέντρο
demonic
demon



























