Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demo
01
ντεμό, παρουσίαση
a visual presentation or demonstration that explains how a product, software, or system functions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demos
Παραδείγματα
The sales team prepared a demo to show clients the new software features.
Η ομάδα πωλήσεων προετοίμασε μια επίδειξη για να δείξει στους πελάτες τα νέα χαρακτηριστικά του λογισμικού.
02
ντεμό
a short recording that serves as a sample of the work of a musical band or performer
Παραδείγματα
The band recorded a demo in their garage and sent it to local radio stations.
Η μπάντα ηχογράφησε ένα demo στο γκαράζ τους και το έστειλε σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.
to demo
01
παρουσιάζω, επιδεικνύω
give an exhibition of to an interested audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demo
γ΄ ενικό πρόσωπο
demos
ενεστώτα μετοχή
demoing
απλός αόριστος
demoed
παθητική μετοχή
demoed



























