Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demagnetize
01
απομαγνητίζω, ξεμαγνητίζω
to cause something to lose all magnetic properties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demagnetize
γ΄ ενικό πρόσωπο
demagnetizes
ενεστώτα μετοχή
demagnetizing
απλός αόριστος
demagnetized
παθητική μετοχή
demagnetized
02
απομαγνητίζω, διαγράφω μαγνητική αποθήκευση
to clear the magnetic storage of magnetic tape, floppy disks, hard-disk drives, etc.
Λεξικό Δέντρο
demagnetize
magnetize
magnet



























