delusive
de
ντι
lu
ˈlu:
λου
sive
sɪv
σιβ
/dɪlˈuːsɪv/

Ορισμός και σημασία του "delusive"στα αγγλικά

01

απατηλός, παραπλανητικός

causing false beliefs or misleading impressions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delusive
συγκριτικός βαθμός
more delusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The promise of easy wealth proved delusive.
Η υπόσχεση για εύκολο πλούτο αποδείχθηκε απατηλή.

Λεξικό Δέντρο

delusively
delusive
delus
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store