Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delusional
01
παρανοϊκός, παραισθησιογόνος
suffering from false beliefs or perceptions that persist despite evidence to the contrary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delusional
συγκριτικός βαθμός
more delusional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His delusional conviction that he could control the weather led to bizarre behavior.
Η παρανοϊκή του πεποίθηση ότι μπορούσε να ελέγξει τον καιρό οδήγησε σε περίεργη συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
delusional
delusion
delus



























