Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delusional
01
παρανοϊκός, παραισθησιογόνος
suffering from false beliefs or perceptions that persist despite evidence to the contrary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delusional
συγκριτικός βαθμός
more delusional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient's delusional belief that they were a famous celebrity required psychiatric intervention.
Η παρανοϊκή πεποίθηση του ασθενούς ότι ήταν ένα διάσημο πρόσωπο απαιτούσε ψυχιατρική παρέμβαση.
Λεξικό Δέντρο
delusional
delusion
delus



























