deliquium
Pronunciation
/dɪlˈɪkwiəm/

Ορισμός και σημασία του "deliquium"στα αγγλικά

01

λιποθυμία, συγκοπή

a loss of consciousness or fainting, often due to shock or extreme weakness
deliquium definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deliquiums
Παραδείγματα
The shock made him fall into a deliquium.
Το σοκ τον έκανε να πέσει σε deliquium.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store