delinquency
de
di
linq
ˈlɪnk
link
uen
wən
vēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "delinquency"στα αγγλικά

01

παραβατικότητα, νεανική παραβατικότητα

a minor crime or misdeed, especially of a young person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delinquencies
Παραδείγματα
Juvenile delinquency refers to illegal or antisocial behavior by minors, often leading to intervention by the juvenile justice system. 

Η παραβατικότητα ανηλίκων αναφέρεται σε παράνομη ή αντικοινωνική συμπεριφορά ανηλίκων, που συχνά οδηγεί σε παρέμβαση του συστήματος δικαιοσύνης ανηλίκων.

02

αμέλεια, παράλειψη

a habit of negligence 
Παραδείγματα
His delinquency in completing assignments frustrated his teachers. 

Η παραβατικότητά του στην ολοκλήρωση των εργασιών απογοήτευσε τους δασκάλους του.

03

παράβαση πληρωμής, οφειλή σε καθυστέρηση

failure to pay a debt when it is due 
Παραδείγματα
The bank charged fees for delinquency on the loan. 

Η τράπεζα χρέωσε τέλη για παράβαση του δανείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store