Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delinquency
01
παραβατικότητα, νεανική παραβατικότητα
a minor crime or misdeed, especially of a young person
Παραδείγματα
Chronic delinquency in adolescence can sometimes predict continued criminal behavior into adulthood, highlighting the need for effective prevention strategies.
Η χρόνια παραβατικότητα στην εφηβεία μπορεί μερικές φορές να προβλέπει τη συνεχιζόμενη εγκληματική συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης.
02
αμέλεια, παράλειψη
a habit of negligence
Παραδείγματα
The company penalized employees for delinquency in following procedures.
Η εταιρεία τιμώρησε τους υπαλλήλους για παραβατικότητα στην τήρηση των διαδικασιών.
03
παράβαση πληρωμής, οφειλή σε καθυστέρηση
failure to pay a debt when it is due
Παραδείγματα
The company tracks accounts for signs of delinquency.
Η εταιρεία παρακολουθεί λογαριασμούς για σημάδια παραβατικότητας.
Λεξικό Δέντρο
delinquency
delinqu



























