Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deliberately
01
σκόπιμα, εκ προμελέτης
in a way that is done consciously and intentionally
Παραδείγματα
The message was sent deliberately to cause confusion.
Το μήνυμα στάλθηκε σκόπιμα για να προκαλέσει σύγχυση.
Παραδείγματα
She deliberately chose her words to avoid offending anyone.
Επιλέγει σκόπιμα τις λέξεις της για να μην πληγώσει κανέναν.
Λεξικό Δέντρο
deliberately
deliberate



























