Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deliberate
01
εσκεμμένος, σκόπιμος
done on purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deliberate
συγκριτικός βαθμός
more deliberate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His deliberate choice of words conveyed a sense of seriousness.
Η σκόπιμη επιλογή των λέξεων του μετέφερε μια αίσθηση σοβαρότητας.
02
εσκεμμένος, προμελετημένος
carefully planned or thought out in advance
Παραδείγματα
The strategy was deliberate and detailed.
Η στρατηγική ήταν εσκεμμένη και λεπτομερής.
03
προσεκτικός, μετρημένος
slow, unhurried, and conducted with care or dignity
Παραδείγματα
He walked in a deliberate manner through the hall.
Περπάτησε με σκόπιμο τρόπο στην αίθουσα.
to deliberate
01
συλλογίζομαι, σκέφτομαι προσεκτικά
to think carefully about something and consider it before making a decision
Intransitive
Transitive: to deliberate an issue
Παραδείγματα
Before accepting the job offer, she took time to deliberate the pros and cons.
Πριν αποδεχτεί την πρόταση εργασίας, πήρε χρόνο για να συζητήσει τα υπέρ και τα κατά.
02
συζητώ
to have a formal discussion about an issue before deciding on it
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deliberate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deliberates
ενεστώτα μετοχή
deliberating
απλός αόριστος
deliberated
παθητική μετοχή
deliberated
Παραδείγματα
The board members deliberated for hours before making their final decision.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συζήτησαν για ώρες πριν λάβουν την τελική τους απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
deliberately
deliberateness
deliberate



























