Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defunct
01
αποθανών, νεκρός
passed away or deceased
Παραδείγματα
Despite his advanced age, he continued to live independently until he became defunct last year.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του, συνέχιζε να ζει ανεξάρτητα μέχρι που απεβίωσε πέρυσι.
02
καταργημένος, εκλιπών
no longer in use, operation, or existence
Παραδείγματα
We had to discard the defunct printer as it was beyond repair and no longer functional.
Έπρεπε να πετάξουμε τον κατεστραμμένο εκτυπωτή καθώς ήταν πέρα για επισκευή και δεν λειτουργούσε πλέον.
Λεξικό Δέντρο
defunctness
defunct



























