deft
deft
dɛft
deft
delftdefat

Ορισμός και σημασία του "deft"στα αγγλικά

01

επιδέξιος, εύστροφος

having quick and skillful movements 
deft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
deftest
συγκριτικός βαθμός
defter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chef's deft knife skills were evident in the perfectly sliced vegetables. 

Οι επιδέξιες ικανότητες του σεφ με το μαχαίρι ήταν εμφανείς στα τέλεια κομμένα λαχανικά.

Λεξικό Δέντρο

deftly
deftness
deft
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store