defile
de
di
file
ˈfaɪl
fail
definedebiledecile

Ορισμός και σημασία του "defile"στα αγγλικά

01

στενό πέρασμα, φαράγγι

a narrow pass (especially one between mountains) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defiles
to defile
01

βεβηλώνω, μολύνω

to stain something or someplace that usually is considered holy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defile
γ΄ ενικό πρόσωπο
defiles
ενεστώτα μετοχή
defiling
απλός αόριστος
defiled
παθητική μετοχή
defiled
02

μολύνω, κηλιδώνω

make dirty or spotty, as by exposure to air; also used metaphorically 
03

μολύνω, ρίχνω την υποψία

place under suspicion or cast doubt upon 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store