Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defile
01
στενό πέρασμα, φαράγγι
a narrow pass (especially one between mountains)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defiles
to defile
01
βεβηλώνω, μολύνω
to stain something or someplace that usually is considered holy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defile
γ΄ ενικό πρόσωπο
defiles
ενεστώτα μετοχή
defiling
απλός αόριστος
defiled
παθητική μετοχή
defiled
02
μολύνω, κηλιδώνω
make dirty or spotty, as by exposure to air; also used metaphorically
03
μολύνω, ρίχνω την υποψία
place under suspicion or cast doubt upon



























