deficiency
Pronunciation
/dɪˈfɪʃənsi/

Ορισμός και σημασία του "deficiency"στα αγγλικά

01

έλλειψη, ανεπάρκεια

the condition of not having enough of something essential, expected, or required, whether in amount, quality, or strength
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deficiencies
Παραδείγματα
The soil 's nutrient deficiency limited crop growth.
Η έλλειψη θρεπτικών συστατικών του εδάφους περιορίζει την ανάπτυξη των καλλιεργειών.
02

ελάττωμα, αδυναμία

a flaw, weakness, or shortcoming that reduces the effectiveness, quality, or completeness of something
Παραδείγματα
The software 's biggest deficiency is its slow response time.
Το μεγαλύτερο έλλειμμα του λογισμικού είναι ο αργός χρόνος απόκρισης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store