Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defiantly
01
προκλητικά, με πρόκληση
in a manner that proudly or boldly refuses to obey or submit to authority or rules
Παραδείγματα
He defiantly refused to follow the curfew imposed by the city.
Αρνήθηκε προκλητικά να ακολουθήσει την απαγόρευση κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από την πόλη.
1.1
προκλητικά, με αψήφηση
in a way that shows unwillingness to accept criticism, blame, or disapproval
Παραδείγματα
He defiantly dismissed the judge's warnings as unfair.
Αυτός προκλητικά απέρριψε τις προειδοποιήσεις του δικαστή ως άδικες.
Λεξικό Δέντρο
defiantly
defiant
defy



























