Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defiantly
01
προκλητικά, με πρόκληση
in a manner that proudly or boldly refuses to obey or submit to authority or rules
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The students defiantly ignored the principal's orders to stop protesting.
Οι μαθητές προκλητικά αγνόησαν τις εντολές του διευθυντή να σταματήσουν τις διαμαρτυρίες.
1.1
προκλητικά, με αψήφηση
in a way that shows unwillingness to accept criticism, blame, or disapproval
Παραδείγματα
He defiantly rejected all accusations of dishonesty.
Αυτός προκλητικά απέρριψε όλες τις κατηγορίες για ανηθικότητα.
Λεξικό Δέντρο
defiantly
defiant
defy



























