Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defender
01
αμυνόμενος, προστάτης
a person who cares for persons or property
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defenders
02
αμυντικός, αμύνοντας
a player who is primarily responsible for defending their team's goal or territory, and preventing the opposing team from scoring
Λεξικό Δέντρο
defender
defend



























