decision making
de
di
ci
ˈsɪ
si
sion
ʒən
zhēn
ma
meɪ
mei
king
kɪng
king

Ορισμός και σημασία του "decision making"στα αγγλικά

Decision making
01

λήψη αποφάσεων, διαδικασία λήψης αποφάσεων

the cognitive process of reaching a decision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decision makings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store