decision making
Pronunciation
/dᵻsˈɪʒən mˈeɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "decision making"στα αγγλικά

Decision making
01

λήψη αποφάσεων, διαδικασία λήψης αποφάσεων

the cognitive process of reaching a decision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decision makings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store