decision maker
de
ντι
ci
ˈsɪ
σι
sion
ʒən
ζαν
ma
meɪ
μει
ker
κα

Ορισμός και σημασία του "decision maker"στα αγγλικά

Decision maker
01

αποφασίζων, λήπτης αποφάσεων

a person or thing responsible for making important choices or judgments, especially within an organization 
decision maker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
decision makers
Παραδείγματα
As the CEO, she is the ultimate decision maker for the company's strategic direction. 

Ως Διευθύνουσα Σύμβουλος, είναι η απόλυτη λήπτρια αποφάσεων για τη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store