deceiver
de
di
cei
ˈsi:
si
ver
dissever

Ορισμός και σημασία του "deceiver"στα αγγλικά

01

απατεώνας, ψεύτης

a person who misleads or tricks others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deceivers
Παραδείγματα
The deceiver crafted elaborate lies to gain the trust of his victims. 

Ο απατεώνας κατασκεύασε περίτεχνες ψέματα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των θυμάτων του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deceiver
deceive
deceit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store