Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deceive
01
εξαπατώ, γελώ
to make a person believe something untrue
Transitive: to deceive sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
deceives
ενεστώτα μετοχή
deceiving
απλός αόριστος
deceived
παθητική μετοχή
deceived
Παραδείγματα
He tried to deceive his friends by pretending to be a millionaire.
Προσπάθησε να εξαπατήσει τους φίλους του προσποιούμενος ότι είναι εκατομμυριούχος.
02
εξαπατώ, γελώ
cause someone to believe an untruth
Intransitive
Παραδείγματα
The calm exterior of the lake deceived, masking its dangerous currents.
Η ήρεμη εξωτερική εμφάνιση της λίμνης εξαπάτησε, καλύπτοντας τα επικίνδυνα ρεύματά της.
Λεξικό Δέντρο
deceiver
undeceive
deceive
deceit



























