Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deceive
01
εξαπατώ, γελώ
to make a person believe something untrue
Transitive: to deceive sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
deceives
ενεστώτα μετοχή
deceiving
απλός αόριστος
deceived
παθητική μετοχή
deceived
Παραδείγματα
Online scams aim to deceive people into providing personal information or money.
Οι ηλεκτρονικές απάτες στοχεύουν να εξαπατήσουν τους ανθρώπους ώστε να δώσουν προσωπικές πληροφορίες ή χρήματα.
02
εξαπατώ, γελώ
cause someone to believe an untruth
Intransitive
Παραδείγματα
The simple design deceived, as the mechanism was quite complex.
Το απλό σχέδιο εξαπάτησε, καθώς ο μηχανισμός ήταν αρκετά πολύπλοκος.
Λεξικό Δέντρο
deceiver
undeceive
deceive
deceit



























