Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decahedron
01
δεκάεδρο, στερεό σχήμα με δέκα επίπεδες έδρες
(geometry) a solid shape with ten flat faces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decahedrons



























