debtor
deb
ˈdɛ
de
tor
debitor

Ορισμός και σημασία του "debtor"στα αγγλικά

01

οφειλέτης, χρεώστης

a person who owes a creditor; someone who has the obligation of paying a debt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
debtors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store