Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debit
01
χρέωση, καταχώριση χρέωσης
an entry indicating an increase in assets or an expense, and a decrease in debts or income
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debits
Παραδείγματα
The accountant recorded the purchase as a debit.
Ο λογιστής κατέγραψε την αγορά ως χρέωση.
to debit
01
χρεώνω, καταχωρώ στο χρέος
to record an amount on the debit side of an account in bookkeeping or accounting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debit
γ΄ ενικό πρόσωπο
debits
ενεστώτα μετοχή
debiting
απλός αόριστος
debited
παθητική μετοχή
debited
Παραδείγματα
The accountant debited the expense to the correct account.
Ο λογιστής χρέωσε το έξοδο στον σωστό λογαριασμό.



























