debit
Pronunciation
/ˈdɛbɪt/

Ορισμός και σημασία του "debit"στα αγγλικά

01

χρέωση, καταχώριση χρέωσης

an entry indicating an increase in assets or an expense, and a decrease in debts or income
debit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debits
Παραδείγματα
The software automatically applies debits and credits.
Το λογισμικό εφαρμόζει αυτόματα τα χρεώσεις και τα πιστώματα.
to debit
01

χρεώνω, καταχωρώ στο χρέος

to record an amount on the debit side of an account in bookkeeping or accounting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debit
γ΄ ενικό πρόσωπο
debits
ενεστώτα μετοχή
debiting
απλός αόριστος
debited
παθητική μετοχή
debited
Παραδείγματα
Each transaction was debited and credited for accuracy.
Κάθε συναλλαγή χρεώθηκε και πιστώθηκε για την ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store