Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deafness
01
κώφωση, κατάσταση κώφωσης
the state or condition of being totally or partially unable to hear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Deafness can occur at any stage of life.
Κώφωση μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deafness
deaf



























