deafening
deafe
ˈdɛf
ντεφ
ning
nɪng
νινγκ
deadeningdeepening

Ορισμός και σημασία του "deafening"στα αγγλικά

01

κουφιστικός, συγκλονιστικός

(of a sound) too loud in a way that nothing else can be heard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deafening
συγκριτικός βαθμός
more deafening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, intensity, perception
Παραδείγματα
The crowd erupted with a deafening cheer when the team scored the winning goal. 

Το πλήθος ξέσπασε με ένα εκκωφαντικό ζήτω όταν η ομάδα σκόραρε το νικητήριο γκολ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deafening
deafen
deaf
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store