Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deafening
01
κουφιστικός, συγκλονιστικός
(of a sound) too loud in a way that nothing else can be heard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deafening
συγκριτικός βαθμός
more deafening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had to cover her ears because the concert's music was deafening.
Έπρεπε να καλύψει τα αυτιά της επειδή η μουσική της συναυλίας ήταν εκκωφαντική.
Λεξικό Δέντρο
deafening
deafen
deaf



























