Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to de-escalate
01
αποκλιμακώνω, μειώνω την ένταση
to decrease or reduce the intensity, scope, or severity of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
de-escalate
γ΄ ενικό πρόσωπο
de-escalates
ενεστώτα μετοχή
de-escalating
απλός αόριστος
de-escalated
παθητική μετοχή
de-escalated
02
αποκλιμακώνω, μειώνω την ένταση
diminish in size, scope, or intensity



























