Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dazzle
01
εκθαμβώνω, εξαπλώ
to impress or surprise someone greatly with remarkable talent or charm
Transitive: to dazzle sb
Παραδείγματα
Her stunning performance on stage dazzled the audience with her talent.
Η εντυπωσιακή της ερμηνεία στη σκηνή συνέτριψε το κοινό με το ταλέντο της.
02
τυφλώνω, θαμπώνω
to make someone unable to see for a short time due to a strong or brilliant light
Transitive: to dazzle a person or their vision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dazzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dazzles
ενεστώτα μετοχή
dazzling
απλός αόριστος
dazzled
παθητική μετοχή
dazzled
Παραδείγματα
The camera flash dazzled her eyes, leaving her blinking rapidly.
Η λάμψη της φωτογραφικής μηχανής θάμπωσε τα μάτια της, αφήνοντάς την να κλείνει γρήγορα τα βλέφαρά της.
Dazzle
01
θάμπωμα, τυφλωτικό φως
intense light that temporarily impairs vision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dazzles
Παραδείγματα
The dazzle of the sun made it hard to see the path.
Η εκθαμβωτική λάμψη του ήλιου έκανε δύσκολο να δεις το μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
dazzled
dazzling
dazzle



























