Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dazed
01
ζαλισμένος, συγχυσμένος
in a state of mental numbness especially as resulting from shock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dazed
συγκριτικός βαθμός
more dazed
διαβαθμίσιμο
02
ζαλισμένος, μπερδεμένος
feeling confused and having trouble thinking or reacting correctly
Παραδείγματα
He sat there, dazed, trying to process what had happened.
Κάθισε εκεί, ζαλισμένος, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τι είχε συμβεί.
Λεξικό Δέντρο
dazedly
dazed
daze



























